Ο Έλληνας δικαστής και η ΕΣΔΑ
Του Γ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών
[ΤΕΥΧΟΣ 5/2002]
1. Η σχέση της ελληνικής και της έννομης τάξης της ΕΣΔΑ θα μπορούσε να εξετασθεί σε τρεις διακριτές μεταξύ τους περιόδους: α) την περίοδο από την θέση σε ισχύ του Συντάγματος ως την δήλωση της Ελληνικής Κυβέρνησης για την αναγνώριση των ατομικών προσφυγών (11 Ιουνίου 1975-Νοέμβριος 1985) και β) από την αναγνώριση της σχετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως την έναρξη της λειτουργίας του υπό τη νέα του συγκρότηση (Δεκέμβριος 1985 - Νοέμβριος 1998). Η τρίτη περίοδος, τέλος, αρχίζει από τη στιγμή αυτή.
1. Η σχέση της ελληνικής και της έννομης τάξης της ΕΣΔΑ θα μπορούσε να εξετασθεί σε τρεις διακριτές μεταξύ τους περιόδους: α) την περίοδο από την θέση σε ισχύ του Συντάγματος ως την δήλωση της Ελληνικής Κυβέρνησης για την αναγνώριση των ατομικών προσφυγών (11 Ιουνίου 1975-Νοέμβριος 1985) και β) από την αναγνώριση της σχετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως την έναρξη της λειτουργίας του υπό τη νέα του συγκρότηση (Δεκέμβριος 1985 - Νοέμβριος 1998). Η τρίτη περίοδος, τέλος, αρχίζει από τη στιγμή αυτή.
2. Για την εξέταση της ενλόγω σχέσης καθοριστική σημασία έχει η βασική επιλογή του συντακτικού νομοθέτη για την ένταξη της Ελλάδας στη Διεθνή Κοινωνία με το «άνοιγμα» της ελληνικής στη διεθνή έννομη τάξη και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την αρμονική και αποδοτική λειτουργία τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η βασική αυτή επιλογή, συνολικά θεωρούμενη στο πλαίσιο της συνταγματικής μας τάξης, δεν έχει ακόμη διευκρινισθεί επαρκώς και, συνεπώς, δεν έχει αξιοποιηθεί στη θεωρία και την πράξη.
3. Η ενλόγω επιλογή συγκεκριμενοποιείται κυρίως στο άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. αλλά και στο άρθρο 2 παρ. 2 Συντ. Εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί, εξάλλου, το άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Συντ. που παρέχει το θεμέλιο για την ενοποιητική λειτουργία. Από το πλέγμα των διατάξεων αυτών σημασία για το θέμα που εξετάζουμε έχει το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ., χωρίς πάντως να αποκόπτεται από το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και χωρίς να παραγνωρίζεται η συμβολή του στην αποσαφήνιση της βασικής επιλογής του συντακτικού νομοθέτη που επισημάνθηκε προηγουμένως.
4. Η σχέση της ελληνικής και της έννομης τάξης της ΕΣΔΑ προσδιορίζεται, κατά την πρώτη δεκαετή περίοδο, πρωταρχικά από το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. υπό τη συνήθη ως σήμερα πρόσληψή του. Το γεγονός αυτό εξηγείται κυρίως ενόψει της ενεργοποίησης μίας μόνον λειτουργίας της ΕΣΔΑ, δηλαδή της ισχύος της στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης υπό τους όρους της παραπάνω συνταγματικής διάταξης (βλ. παρακάτω 6).
5. Υπό αυτά τα δεδομένα, στη νομολογία των δικαστηρίων σπανίως γίνεται επίκληση και πολύ περισσότερο αξιοποίηση των κανόνων της ΕΣΔΑ. Η σχέση τους διαμορφώνεται έτσι εντελώς υποτονική, ενώ η επίδραση της Σύμβασης στην ελληνική έννομη τάξη είναι, αν όχι ουσιαστικά ανύπαρκτη, κυριολεκτικά ισχνή. Η πραγματικότητα αυτή δεν εναρμονίζεται με το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ.
6. Μετά την αναγνώριση της ατομικής προσφυγής, η ΕΣΔΑ αρχίζει - ύστερα από μία εύλογη περίοδο χάριτος - να αναπτύσσει και δεύτερη λειτουργία. Η λειτουργία αυτή συνίσταται στην ερμηνεία και αποσαφήνιση των κανόνων της σε υποθέσεις ελληνικού ενδιαφέροντος όχι από τον Έλληνα δικαστή - όπως συνέβαινε ως τότε - αλλά και από τα δικαιοδοτικά όργανά της.
7. Υπό αυτούς τους όρους, η όσμωση των δύο έννομων τάξεων θα έπρεπε να γίνει εφεξής εντατικότερη και να προσλάβει άλλη ποιότητα, αφού η σημασία των κανόνων της ΕΣΔΑ για τη λύση επιμέρους διαφορών έπαυσε να προσδιορίζεται μόνο από τον Έλληνα δικαστή. Ήδη προσδιορίζεται και από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, του οποίου μάλιστα η κρίση υπερισχύει της κρίσης του Έλληνα δικαστή, γεννώντας υποχρέωση συμμόρφωσης της Ελληνικής Πολιτείας προς τις αποφάσεις του.
8. Η στάση του Έλληνα δικαστή απέναντι στην ΕΣΔΑ δεν φαίνεται όμως να διαφοροποιήθηκε. Η διαπίστωση ότι ακολουθεί την «πεπατημένη» είναι ίσως υπερβολική, δεν αφίσταται ωστόσο πολύ της πραγματικότητας. Τα αντανακλαστικά του «δικαστικού πατριωτισμού» έμειναν ανενεργά, και όταν ακόμη η προσεκτική μελέτη της νομολογίας των δικαιοδοτικών οργάνων του Στρασβούργου οδηγεί με βεβαιότητα στην εκτίμηση ότι η υπαγωγή του κρινομένου προβλήματος στο Δικαστήριο θα οδηγήσει αναπόδραστα στην καταδίκη της Ελλάδας.
9. Η εικόνα της αξιοποίησης της ΕΣΔΑ τη δεύτερη περίοδο (1985- 1998) παραμένει έτσι κατά κανόνα ισχνή. Οι λίγες, ευπρόσδεκτες ασφαλώς, εξαιρέσεις βεβαιώνουν τον κανόνα. Και η ανάπτυξη λοιπόν της δεύτερης λειτουργίας της ΕΣΔΑ δεν στάθηκε ικανή - όπως θα περίμενε κανείς εύλογα - να μεταβάλλει την εικόνα αισθητά. Η Σύμβαση εξακολουθεί επομένως να παραμένει ο «φτωχός συγγενής» στο σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που ισχύει στη χώρα μας.
10. Κατά την τρίτη περίοδο που διανύουμε επιβάλλεται να αλλάξει δραστικά το ισοζύγιο στη σχέση της ελληνικής και της έννομης τάξης της ΕΣΔΑ. Γι' αυτό το σκοπό πρέπει να αναζητήσουμε με ευρηματικότητα τα μέσα με τα οποία οι δύο έννομες τάξεις θα λειτουργήσουν αρμονικά, συμβάλλοντας στη βελτίωση και την επαύξηση της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής.
11. Προς την κατεύθυνση αυτή επιβάλλεται αφενός να πυκνώσει η επίκληση της ΕΣΔΑ από τον Έλληνα δικαστή και αφετέρου να αναβαθμισθεί η λειτουργία και η εφαρμογή των κανόνων τους. Πρόκειται για δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην πρώτη περίπτωση ζητούμενο είναι να διευκολύνουμε όσο είναι δυνατόν την προσφυγή του Έλληνα δικαστή στους κανόνες της ΕΣΔΑ (ποσοτική παράμετρος), ενώ στη δεύτερη να δημιουργήσουμε τους καλύτερους όρους για την ανάπτυξη της κανονιστικής ενέργειάς της στην πράξη (ποιοτική παράμετρος).
12. Η πύκνωση της επίκλησης των κανόνων της ΕΣΔΑ θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε με τη διαμόρφωση μίας δημιουργικής νομολογίας είτε με πρόσφορα νομοθετικά μέτρα. Ανεξαρτήτως της μεθόδου που θα προκριθεί, η λύση που προβάλλει είναι επιβαλλόμενη ενόψει του άρθρου 28 παρ. 1 Συντ., με τη δυναμική βέβαια πρόσληψή του, και της συνοχής του συστήματος της ΕΣΔΑ.
13. Τα δικαστήρια θα μπορούσαν ενπροκειμένω να αποδεχθούν την προβολή λόγων εκ μέρους των διαδίκων που ανάγονται στη Σύμβαση σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Κατά μία πιο προχωρημένη εκδοχή, θα ήταν μάλιστα δυνατόν να θεμελιωθεί συνταγματικά η υποχρέωση των δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως συναφείς λόγους.
14. Η λύση αυτή είναι όμως αργόσυρτη, διότι εξαρτάται από την ανάληψη τολμηρών πρωτοβουλιών ιδίως από τα Ανώτατα Δικαστήρια και την παγίωσή τους. Ως εναλλακτική λύση προσφέρεται πάντοτε η ενεργοποίηση του νομοθέτη προς την ίδια κατεύθυνση.
15. Η αναβάθμιση των κανόνων της ΕΣΔΑ με την ανάπτυξη των δύο βασικών λειτουργιών της και τις μείζονες εγγυήσεις που παρέχει ήδη το Δικαστήριο του Στρασβούργου θα μπορούσε να επέλθει με περισσότερους τρόπους. Πρέπει ενπρώτοις να γίνει σαφές ότι οι ουσιαστικοί κανόνες της ΕΣΔΑ υπερισχύουν στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης κάθε κανόνα της κοινής νομοθεσίας. Από την θέση αυτή απορρέει εξάλλου η αρχή της σύμφωνης με τη Σύμβαση ερμηνείας των κανόνων της κοινής νομοθεσίας, η οποία διασφαλίζει έμπρακτα την υπεροχή της. Ασφαλές έρεισμα στις παραπάνω θέσεις προσφέρει το άρθρο 28 παρ. 1 Συντ. και γενικότερα η βασική επιλογή του συντακτικού νομοθέτη για την ένταξη της Ελλάδας στη Διεθνή Κοινωνία.
16. Ως κομβικό πρόβλημα παρουσιάζεται ενπροκειμένω η σχέση των κανόνων της Σύμβασης με το Σύνταγμα. Με καθαρά συστηματικούς όρους η σύγκρουση τους δεν μπορεί να αποκλεισθεί, παρουσιάζεται πάντως ως σπάνια στιγμή στη μεταξύ τους όσμωση. Στην περίπτωση που το ενδεχόμενο αυτό αποκτούσε επικαιρότητα στην πράξη, θα έπρεπε να δεχθούμε εντέλει την υπεροχή του συνταγματικού κανόνα. Η υπόθεση αυτη στηρίζεται βέβαια στον αναπόφευκτο χαρακτήρα της σύγκρουσης. 17. Μια διεισδυτικότερη προσέγγιση του ζητήματος θα μας έπειθε, ωστόσο, ότι το ενδεχόμενο αυτό προϋποθέτει μία και μόνη ανάγνωση και ερμηνεία του συνταγματικού κανόνα, κάτι που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Γι' αυτό ακριβώς η προσπάθεια πρέπει να μετατοπίζεται στην αποφυγή της σύγκρουσης με την επιλογή της ανάγνωσης και ερμηνείας του υπόψη κάθε φορά συνταγματικού κανόνα κατά τρόπο που να συναιρεί τη διαφαινόμενη αντίθεση.
18. Ο σύνθετος αυτός προβληματισμός για την πύκνωση (παραπάνω 12-14) και την αναβάθμιση (παραπάνω 15-17) των κανόνων της ΕΣΔΑ στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν θα είχε βέβαια νόημα, αν με ρητή συνταγματική διάταξη οι ουσιαστικοί κανόνες της σύμβασης αποκτούσαν περιωπή συνταγματικού κανόνα. Πρόκειται ασφαλώς για την πιο ριζοσπαστική πρόταση ως προς την σχέση της ελληνικής και της έννομης τάξης της ΕΣΔΑ.
Αθήνα, 11 Δεκεμβρίου 1998
ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ - ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
|