ΣτΕ 170/2003, Ε΄ Τμήμα [Κινηματογράφος ΑΣΤΥ]
Πρόεδρος: Ι. Μαρή, Σύμβουλος Εισηγήτρια: Όλ. Παπαδοπούλου, Πάρεδρος Δικηγόροι: Ε. Καστανά, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ., Αντ. Μουχτούρης
[ΤΕΥΧΟΣ 1/2003]
Μνημεία (ν. 5351/1932 και 1649/1950, π.δ. 161/1984) - Αιτιολογία διοικητικών πράξεων (άρθρο 43 παρ. 2 Συντ.) - Προηγούμενη ακρόαση (άρθρο 20 παρ. 2 Συντ.)Η έκδοση διοικητικής πράξης μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που τάσσεται σχετικά δεν αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου. Η κρίση για τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, προκειμένου κτίσμα να χαρακτηρισθεί ιστορικό, διαμορφώνεται με βάση αντικειμενικά στοιχεία. Μειοψηφία. Είναι επαρκώς αιτιολογημένη η απόφαση, με την οποία χαρακτηρίζεται κινηματογράφος ως κτίσμα με ιστορική σπουδαιότητα, όταν η ιδιαίτερη ιστορία του συνδέεται, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με τις μνήμες και την πολιτιστική παράδοση της περιοχής. Η αίτηση ακυρώσεως απορρίπτεται.
[...]
2. Επειδή, κατά τα άρθρα 1 και 5 του ν. 1469/1950 (Α΄ 169), δύνανται να υπαχθούν στο ειδικό καθεστώς προστασίας του άρθρου 52 του ν. 5351/1932 περί αρχαιοτήτων, αφενός μεν οικοδομήματα και μνημεία μεταγενέστερα του έτους 1830, χαρακτηριζόμενα ως «έργα τέχνης χρήζοντα ειδικής προστασίας» (άρθρο 1), αφετέρου δε ιστορικοί τόποι και κτίσματα νεότερα του έτους 1830 τα οποία έχουν «ιστορικήν σπουδαιότητα» (άρθρο 5). Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως ιστορικός τόπος ή κτίσμα με ιστορική σπουδαιότητα νοείται όχι μόνο ο τόπος ή το κτίσμα στους οποίους έλαβαν χώρα εθνικής ή πολιτικής σημασίας ιστορικά γεγονότα, αλλά και οι διασώζοντες τη μνήμη πολιτιστικών συμβεβηκότων ή συνηθειών (Βλ. ΣΕ 3704/2000, 2141/ 1999, 1150/1997, 4663/1996). Η δε απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία γίνεται ο δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων χαρακτηρισμός, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, της αιτιολογίας δυναμένης να προκύπτει και από τη γνωμοδότηση του οικείου οργάνου, σε συνδυασμό προς τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣΕ 3524/1999).
3. Επειδή, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του π.δ. 161/1984 (Α΄ 54), σε συνδυασμό με το άρθρο 1 περίπτωση γ΄ του ιδίου Διατάγματος, η απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία χαρακτηρίζονται τόποι ως ιστορικοί εκδίδεται μετά από γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία πρέπει να διατυπώνεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υποβολή του σχετικού ερωτήματος, μετά δε την άπρακτη πάροδο της προθεσμία αυτής, επιτρέπεται η έκδοση της αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού χωρίς την ανωτέρω γνωμοδότηση. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, για την έκδοση πράξεως του Υπουργού Πολιτισμού δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 1469/1950 θεσπίζεται, ως ουσιώδης τύπος, η γνωμοδότηση του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., είτε πρόκειται περί χαρακτηρισμού κτισμάτων είτε περί χαρακτηρισμού τόπων ως ιστορικών (βλ. ΣΕ 1940/2000, 2349/1999, 2998/1998, 2456/ 1997, 3282/1996 κ.ά.).
4. Επειδή εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 52 του ν. 5351/1932 και του ν. 1469/1950, χαρακτηρίσθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία, ο χειμερινός κινηματογράφος ΑΣΤΥ στην οδό Κοραή 4, «διότι αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό χώρο πολιτιστικής επικοινωνίας των κατοίκων της πόλης των Αθηνών και ολοκλήρου του λεκανοπεδίου. Είναι από τους παλαιότερους κινηματογράφους στην Αθήνα και λειτουργεί συνεχώς επί 60 χρόνια». Εξάλλου, στην από 23.2.2000 εισήγηση του Τμήματος Νεοτέρων Μνημείων, την οποία δέχθηκε ομοφώνως το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων στο πρακτικό 10/23.3.2000 που μνημονεύεται στο προοίμιο της προσβαλλομένης ,αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο κινηματογράφος ΑΣΤΥ στεγάζεται σε τμήμα του υπογείου του επί της οδού Κοραή 4 κτηρίου, ιδιοκτησίας της «Εθνικής Ασφαλιστικής». Το κτήριο κατασκευάσθηκε την περίοδο 1934-1938, βάσει σχεδίων του Καθηγητή του Ε.Μ.Π. Εμμ. Κ. και του αρχιτέκτονα Αν.Μ. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής μέρος του υπογείου έγινε τόπος μαρτυρίου και φυλακής για πολλούς αγωνιστές, γι αυτό και το Υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το τμήμα αυτό του υπογείου ιστορικό διατηρητέο μνημείο (βλ. την υπουργική απόφαση υπ' αριθμ. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/626/13206/1991, Β΄ 233). Το υπόλοιπο τμήμα του υπουργείου λειτούργησε εξαρχής ως κινηματογράφος. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής προέβαλε ταινίες και επίκαιρα προς τέρψιν των γερμανικών στρατευμάτων. Κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου ο κινηματογράφος υπολειτούργησε, ενώ το 1952 εγκαταστάθηκαν εκεί οι κινηματογραφικές επιχειρήσεις Κοσμίδης & Σία Α.Ε. Έκτοτε λειτουργεί ο χειμερινός κινηματογράφος ΑΣΤΥ υπό την ίδια διεύθυνση. Τις δεκαετίες του 1950 και 1960 ο κινηματογράφος γνώρισε μεγάλες δόξες, παρουσιάζοντας σπουδαίες ταινίες, γαλλικής κυρίως παραγωγής. Συνήθως τις Δευτέρες, την πρεμιέρα της ταινίας ακολουθούσε δεξίωση, με προσκεκλημένους συχνά Έλληνες και ξένους πρωταγωνιστές, όπως οι G.P., P.P., C.C., M.V., δημόσια πρόσωπα, όπως η Β.Σ., ο Π.Κ. ο Σ.Μ. κ.ά. «Παρευρίσκονταν ακόμα όλη η κοσμική και κινηματογραφική Αθήνα». Επίσης, μέχρι το 1975 στον κινηματογράφο ΑΣΤΥ διοργανώνονταν οι κυριακάτικες πρωινές προβολές της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, ενώ συχνά διοργανώνοντας εβδομάδες κινηματογράφου αφιερωμένες σε κάποια ξένη χώρα. Παρά την ευρεία ανακαίνιση που έγινε το 1994, ο κινηματογράφος διατηρεί πολλά στοιχεία της παλαιάς αίγλης του, όπως η καμπίνα προβολής, οι μαρμάρινες σκάλες με τις προστατευτικές σιδεριές, τα τραπεζάκια του φουαγιέ, οι πόρτες, οι καθρέφτες, τα μωσαϊκά, το εκδοτήριο εισιτηρίων. Εκτιμώντας τα ανωτέρω, η εισήγηση προτείνει τον χαρακτηρισμό του κινηματογράφου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου, επειδή αποτελεί «ιστορικό χώρο πολιτιστικής επικοινωνίας των κατοίκων της πόλης των Αθηνών και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τις μνήμες των κατοίκων όλου του λεκανοπεδίου».
5. Επειδή προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, διότι η απαιτούμενη κατά νόμον γνώμη του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ περιήλθε στο Υπουργείο Πολιτισμού μετά την έκδοσή της. Όπως προκύπτει όμως από τα στοιχεία του φακέλου, με το από 24.2.2000 έγγραφο, το Υπουργείο Πολιτισμού ζήτησε τη γνώμη του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, σύμφωνα με το π.δ. 161/1984, για τον χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου κινηματογράφου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου. Στο υπ' αριθμ. 6664/2321/ 20.3.2000 έγγραφο του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. προς το Τμήμα Νεοτέρων Μνημείων, αναφέρεται ότι το Υπουργείο αυτό «συμφωνεί με τα αναφερόμενα στην από 23.2.2000 εισήγηση της Διεύθυνσης Λαϊκού Πολιτισμού» (το έγγραφο αυτό περιήλθε στο Υπουργείο Πολιτισμού στις 17.8.2000, με αριθμ. Πρωτοκόλλου 40877). Το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων συνεδρίασε στις 23.3.2000 και η προσβαλλόμενη εκδόθηκε στις 5.7.2000. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται παράβαση ουσιώδους τύπου, εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός από την υποβολή του σχετικού ερωτήματος, εν πάση δε περιπτώσει προς της εκδόσεώς της το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ είχε συνταχθεί με την εισήγηση του Τμήματος Νεοτέρων Μνημείων, την οποία υιοθέτησε και το Κ.Σ.Ν.Μ. Είναι, επομένως, αβάσιμος ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως.
6. Επειδή προβάλλεται ακολούθως ότι κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος η αιτούσα εταιρεία δεν κλήθηκε προς ακρόαση προ της συνεδριάσεως του Κ.Σ.Ν.Μ., αλλά στις 27.3.2000, καίτοι ο χαρακτηρισμός αφορούσε ακίνητο της ιδιοκτησίας της, ενώ εκλήθησαν εγκαίρως και παρέστησαν στην επίμαχη συνεδρίαση οι εκμεταλλευόμενοι τον κινηματογράφο επιχειρηματίες. Ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως διότι η κρίση για τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων κατά τον χαρακτηρισμό κτίσματος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 1469/ 1950 διαμορφώνεται επί τη βάσει αντικειμενικών δεδομένων, που δεν συνάπτωνται προς υποκειμενική συμπεριφορά των ενδιαφερομένων, μη απαιτουμένης, συνεπώς, της προηγούμενης ακροάσεώς τους (βλ. ΣΕ 3524/1999, 707/1995). Μειοψήφησε ο Πάρεδρος Β. Αραβαντινός, κατά τη γνώμη του οποίου η ιδιοκτήτρια εταιρία έπρεπε να κληθεί προς ακρόαση.
7. Επειδή προβάλλεται, τέλος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, διότι η μακρόχρονη λειτουργία του κινηματογράφου δεν αποτελεί σπουδαίο ιστορικό γεγονός, ούτε συνδέεται με κάποια προσωπικότητα του ιστορικού βίου, ενώ μετά την ανακαίνισή του το έτος 1994 δεν διαφέρει από τους υπόλοιπους σύγχρονους κινηματογράφους. Κατά την κρατήσασα γνώμη, ο χειμερινός ή θερινός κινηματογράφος μπορεί, κατ' αρχήν, να εμπίπτει στην έννοια του ιστορικού τόπου ή του κτίσματος που έχει ιστορική σπουδαιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950, όπως ερμηνεύθηκαν ανωτέρω. Εν προκειμένω δε, παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η κρίση τα ων αρμοδίων οργάνων, περί υπαγωγής του κινηματογράφου ΑΣΤΥ στο ειδικό καθεστώς προστασίας του ν. 1469/1950, ερείδεται όχι απλώς στη μακρόχρονη λειτουργία του, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αιτούσα, αλλά στην ιδιαίτερη ιστορία του (όπως αυτή εκτίθεται στα στοιχεία του φακέλου που συμπληρώνουν την αιτιολογία της υπουργικής αποφάσεως), η οποία συνδέεται με τις μνήμες και την πολιτιστική παράδοση των κατοίκων της Αθήνας και του λεκανοπεδίου γενικότερα. Τέλος, η αναφορά σε ορισμένα διατηρούμενα, παρά την ανακαίνιση, στοιχεία του διάκοσμου γίνεται, προδήλως, όχι για να στηριχθεί η κρίση περί χαρακτηρισμού του κινηματογράφου ως έργου τέχνης που χρήζει εδικής προστασίας, αλλά επειδή τα στοιχεία αυτά υπενθυμίζουν την παλιά αίγλη του και την ιστορική του ιδιαιτερότητα, που απετέλεσε και τον λόγο του χαρακτηρισμού (η δε περαιτέρω ουσιαστική κρίση της διοικήσεως εκφεύγει των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου). Είναι επομένως, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως. Κατά τη γνώμη όμως του Συμβούλου Αθ. Ράντου, με την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Β. Αραβαντινός, ο χαρακτηρισμός κτίσματος ως ιστορικού τόπου προϋποθέτει, εννοιολογικώς, είτε τη σύνδεσή του με συγκεκριμένο νεότερο ιστορικό γεγονός είτε τη γενικότερη ιστορική του σημασία, συνδεόμενη με παλαιότερη ιστορική μνήμη ή πολιτιστική δραστηριότητα. Δεν νοείται, συνεπώς, ο χαρακτηρισμός ως ιστορικού τόπου του κτίσματος κινηματογράφου ανεγερθέντος σχετικώς προσφάτως, εφόσον ο κινηματογράφος αυτός δεν συνδέεται με συγκεκριμένο νεότερο ιστορικό γεγονός. Εφόσον δε με τον χαρακτηρισμό αυτό εκδηλώνεται, κατ' ουσίαν, η πρόθεση της Διοικήσεως για διατήρηση της χρήσεως του κινηματογράφου, η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί και κατά κατάχρηση διαδικασίας, καθόσον προσήκουσα εν προκειμένω διαδικασία ήταν ο πολεοδομικός καθορισμός της διατηρήσεως της χρήσεως του χώρου.
ΚΟΡΥΦΗ ΣΕΛΙΔΑΣ - ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
|